Μπάμια (Hibiscus esculentus L) Καλλιέργεια


Η μπάμια ανήκει στην οικογένεια των Malvaceae.
Μπάμια (Hibiscus esculentus L) Καλλιέργεια
 Είναι φυτό που καλλιεργείται από τα αρχαία χρόνια στις Ινδίες και την Αίγυπτο από όπου και εξαπλώθηκε και στις χώρες της Μεσογείου.

Σήμερα καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις στη Βραζιλία, στις Ινδίες, στις ΗΠΑ, αλλά και σε χώρες της Αφρικής.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της μπάμιας καταναλώνεται σαν νωπός καρπός ενώ ένα σημαντικό μέρος επίσης μεταποιείται με κονσερβοποίηση, κατάψυξη, παραγωγή τουρσιού. Οι μπάμιες που έχουν μικρότερο μήκος από 10 εκ. χρησιμοποιούνται στην κονσερβοποίηση.
Οι καρποί που καταναλώνονται σαν νωποί έχουν μήκος 3-6 εκ. επειδή είναι πιο τρυφεροί και δεν έχουν ίνες.
Στις Ινδίες οι μπάμιες χρησιμοποιούνται επίσης αποξηραμένες και κονιορτοποιημένες σαν σκόνη καρπών σε διάφορα φαγητά.
Οι μπάμιες χαρακτηρίζονται από την μεγάλη τους περιεκτικότητα σε ακόρεστα λιπαρά οξέα. Επίσης οι ίνες από τους βλαστούς του φυτού χρησιμοποιούνται για παραγωγή σχοινιών. Οι μπάμιες είναι πλούσιες σε βιταμίνες και κυρίως σε βιταμίνη C, αλλά και σε Β1, Β6 και φυλλικό οξύ. Περιέχουν επίσης γλουταθειόνη , λουτείνη, καροτινιειδή, όπως επίσης και ανόργανα άλατα ασβέστιο, μαγνήσιο, ψευδάργυρο, κ.α.


Η βοτανική περιγραφή του φυτού

Είναι ένα ετήσιο φυτό, αν και υπάρχουν και πολυετείς ποικιλίες στην Αφρική. Η μπάμια μπορεί να φθάσει σε ύψος 0,5 έως 2 μέτρων. Η μπάμια αναπτύσσει ένα ημιξυλώδη βλαστό. Το ριζικό της σύστημα είναι πλούσιο και γι αυτό το φυτό είναι ανθεκτικό στην ξηρασία. Αποτελείται από μία κεντρική ρίζα και πολλές πλάγιες.
Τα φύλλα της είναι μεγάλα παλαμοειδή, με διαστάσεις 10-25 εκ. που φέρουν 3-5 λοβούς. Τα φύλλα της φέρουν τριχίδια. Τα άνθη της μπάμιας είναι κίτρινα, μεγάλα και σχηματίζονται στις μασχάλες των φύλλων.
Η άνθηση γίνεται 35- 55 ημέρες μετά την βλάστηση των σπόρων. Στην χώρα μας οι μπάμιες ανθίζουν από τις αρχές του καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο, ενώ τα άνθη της είναι αυτογόνιμα, αλλά σε ένα μικρό ποσοστό παρατηρείται σταυρεπικονίαση.
Ο καρπός της μπάμιας είναι επιμήκης κάψα, που φέρει γωνίες. Έχει πέντε χώρους και είναι πενταγωνικός. Οι διαστάσεις του ανάλογα με την ποικιλία, όταν βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, είναι 10-30 εκ. ο καρπός περιέχει 30-90 σπόρους.


Ποικιλίες

Υπάρχουν πολλές ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα. Οι κυριότερες είναι:

Μπογιατίου
Καλλιεργείται κυρίως στην Αττική και είναι πρώιμη. Δίνει καλής ποιότητας καρπούς.

Πυλαίας
Καλλιεργείται κυρίως στην Μακεδονία. Είναι πρώιμη ποικιλία. Ο καρπός της είναι καλής ποιότητας, έχει μικρό μέγεθος και την προτιμούν οι μεταποιητικές βιομηχανίες.

Μπ-35
Είναι ποικιλία που προέρχεται από επιλογή σε τοπική ποικιλία. Είναι παραγωγική, πρώιμη ποικιλία, κατάλληλη και για ξερική καλλιέργεια.

Βελούδο
Έχει το πλεονέκτημα ότι δεν έχει τριχίδια, είναι δημιούργημα των υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας. Μέτριας παραγωγικότητας ποικιλία μεσοπρώιμη.

Λασιθίου
Καλλιεργείται κυρίως στην Κρήτη. Καρποί μικρού έως μέτριου μεγέθους.
Υπάρχουν επίσης πολλές ξένες ποικιλίες όπως είναι: η Perkins Spinelles, η Pusa sawari, κ.α.


Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις

Είναι φυτό ευαίσθητο στις χαμηλές θερμοκρασίες. Είναι φυτό που απαιτεί υψηλές θερμοκρασίες. Η διάρκεια της ημέρας επηρεάζει την ανάπτυξη των φυτών. Οι ημέρες μικρής διάρκειας ευνοούν την πρωιμότητα των καρπών και το μικρό μήκος των καρπών.
Η μπάμια δεν απαιτεί ιδιαίτερο είδος εδάφους. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε ελαφρά ή σε αργιλώδη εδάφη, με ρΗ 6,5-7.
Μπορεί να καλλιεργηθεί σαν ποτιστική αλλά και σαν ξερική καλλιέργεια.


Καλλιεργητικές τεχνικές

Η μπάμια πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Μπορεί να σπέρνεται άμεσα στο χωράφι ή σε σπορείο. Απαιτούνται 2,5-3 κιλά σπόρων το στρέμμα. Η απευθείας στο χωράφι σπορά γίνεται τον Απρίλιο- Μάιο, ενώ στο σπορείο στα τέλη του χειμώνα.
Η σπορά γίνεται σε γραμμές που απέχουν 40-50 εκ. και φυτό από φυτό σε κάθε γραμμή τα φυτά απέχουν 20-25 εκ. ενώ σε κάθε θέση τοποθετούν 2-3 σπόρους. Η φύτευση σε σπορείο και η μεταφύτευση των φυταρίων είναι καλύτερη τεχνική επειδή πρωιμίζει η παραγωγή με αποτέλεσμα να απολαμβάνει υψηλότερες τιμές ο παραγωγός.
Η μπάμια είναι ανθεκτική στην ξηρασία, αλλά η μεγάλη ξηρασία επιδρά δυσμενώς στο ύψος της παραγωγής. Η άρδευση μπορεί να γίνει με σταγόνες, ή με καταιονισμό ή με αυλάκια.
Η λίπανση που πρέπει να εφαρμόζεται είναι μία ποσότητα 2-3 τόνους κοπριάς το στρέμμα, 5-6 κιλά άζωτο, 5-6 κιλά φωσφόρο και 4-5 κιλά κάλιο.
Πρέπει να γίνεται καταπολέμηση των ζιζανίων με σκαλίσματα.
Οι βασικότεροι εχθροί της μπάμιας είναι οι αφίδες, ο τετράνυχος, διάφορα έντομα εδάφους, ενώ οι κυριότερες ασθένειες είναι η σεπτόρια, το ωίδιο και διάφορες αδρομυκώσεις.

Συγκομιδή
Οι καρποί της μπάμιας για νωπή κατανάλωση στην Ελλάδα συγκομίζονται όταν έχουν μικρό μέγεθος 3-4 εκ. επειδή τότε έχουν μεγαλύτερη τιμή στην αγορά.
Για βιομηχανική χρήση συγκομίζονται μπάμιες σε τρία μεγέθη. 3-6 εκ, 7-9 εκ και 9-12 εκ.
Γενικά οι αμερικανικές ποικιλίες είναι περισσότερο μεγαλόκαρπες σε σχέση με τις ελληνικές.
Οι αποδόσεις της μπάμιας στη χώρα μας κυμαίνονται μεταξύ 500 -700 κιλών το στρέμμα στις ξερικές και 700-1000 κιλά το στρέμμα στις ποτιστικές.

Ο καρπός της μπάμιας συντηρείται για 7-10 ημέρες στους 7-10ο C και σε σχετική υγρασία 85-90%.

Δεντρολίβανο (Rosmarinus officinalis)


Rosmarinus officinalis
Δεντρολίβανο Rosmarinus officinalis

 Περιγραφή
Tο δενδρολίβανο είναι ένας αειθαλής θάμνος, 1-1,5 μέτρα, ύψος, με ορθόκλαδη ανάπτυξη. Φύλλα μικρά, στενά, σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια, γκριζωπά από κάτω. 'Ανθη με μπλε χρώμα, συνέχεια από άνοιξη μέχρι φθινόπωρο.

Τοποθέτηση
Σε εδάφη καλά στραγγιζόμενα και φωτεινές θέσεις, αναπτύσσεται καλύτερα. Tο δενδρολίβανο  είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και αντέχει στα παραθαλάσσια μέρη, στο κρύο και στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Καλλωπιστικά στοιχεία
Το φύλλωμα, η πλούσια βλάστηση, τα άνθη και η ορθόκλαδη ανάπτυξή του.

Χρήση
Χρησιμοποιείται κυρίως σαν ελεύθερη μπορντούρα, δημιουργώντας μια ξεχωριστή εικόνα πράσινου με την ορθόκλαδη ανάπτυξή του. Μπορεί ακόμη να φυτεύεται σε συστάδες, σε πυκνή φύτευση και να δημιουργεί εντυπωσιακές κηλίδες πράσινου.

Κλάδεμα δενδρολίβανου
Νωρίς την άνοιξη απομακρύνουμε τους παλιούς και ξερούς βλαστούς, καθώς και όσους ξεφεύγουν από το γενικότερο σχήμα του φυτού. Σε περιπτώσεις παλιών γερασμένων φυτών, κόβουμε αυστηρά όλους τους βλαστούς στο μισό τους μήκος, για να αναπτυχθούν νέοι ζωηροί, που θα ανανεώσουν τη βλάστηση του φυτού.


Πoλ/σμός 
Σε μίγμα τύρφης και περλίτη, ίσης αναλογίας σε όγκο, τοποθετούμε ημιώριμα μοσχεύματα, στο διάστημα από lούλιο μέχρι Σεπτέμβριο. Τα ριζωμένα μοσχεύματα θα μεταφυτευτούν και θα είναι έτοιμα για φύτευση στην οριστική τους θέση την επόμενη άνοιξη. Μπορούμε επίσης να πολλαπλασιάσουμε το φυτό φυτεύοντας μοσχεύματα ώριμου ξύλου, απευθείας στην οριστική θέση, νωρίς το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη.


Φροvτίδες
Καθαρίζουμε από τα ζιζάνια το χώρο γύρω από τα φυτά και κάνουμε 2-3 λιπάνσεις στο διάστημα της έντονης ανάπτυξης των φυτών (Μάιο ώς Σεπτέμβριο). Στα νεαρά φυτά που έχουν ριζώσει απευθείας στο έδαφος, καθαρίζουμε προσεχτικά το χώρο από τα ζιζάνια και λιπαίνουμε 4-5 φορές από Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο, με πλήρη λιπάσματα. Όταν τα νεαρά φυτά δενδρολίβανου έχουν ριζώσει καλά και αρχίζουν να αναπτύσσονται, κόβουμε τους βλαστούς στο μισό του μήκους τους για να διακλαδωθεί το φυτό.

πηγή: www.minagric.gr

Χρήσιμες συμβουλές για το κλάδεμα των φυτών


Το κλάδεμα των φυτών είναι μια καλλιεργητική τεχνική που απαιτεί γνώση και λογική! 

συμβουλές για το κλάδεμα
Σκοπός του είναι άλλοτε να βοηθήσει την καρποφορία του φυτού (κλάδεμα καρποφορίας), άλλοτε να καθορίσει το σχήμα του (κλάδεμα διαμόρφωσης) και άλλοτε να το ανανεώσει (κλάδεμα ανανέωσης).

Σε κάθε περίπτωση ο κηπουρός οφείλει να γνωρίζει τον στόχο του! Και επειδή είναι διαφορετικές οι απαιτήσεις ανά εποχή στα καρποφόρα από τα καλλωπιστικά, στα δέντρα από τους θάμνους και τα αναρριχώμενα, θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε 10 κανόνες που ισχύουν για όλα!
  1. καθαρίστε & τροχίστε καλά το κλαδευτήρι για να κάνετε καθαρές τομές και να μειώνετε το άσκοπο πλήγωμα του φυτού.
  2. κατά την διαδικασία του κλαδέματος. κρατάτε το κλαδευτήρι με τη λεπίδα κοπής από την πάνω πλευρά.
  3. αφαιρείτε πάντα όλα τα ξερά μέρη
  4. επιλέγετε να κλαδεύετε σε μέρα με ήπια θερμοκρασία που δεν αναμένεται βροχή
  5. κοιτάτε τη συνολική εικόνα του φυτού και αφαιρείτε όλα τα κλαδιά που ξεφεύγουν από το επιθυμητό σχήμα της κόμης
  6. σκοπός του κλαδέματος είναι να αραιώσει την κόμη, ιδιαίτερα στο εσωτερικό για να μπορεί να περνά ο αέρας και το φως
  7. αφαιρείτε τις παραφυάδες και τα βλαστάρια που φυτρώνουν από την περιοχή του λαιμού (κοντά στο έδαφος) και πάνω στον κορμό ενός ενός διαμορφωμένου δέντρου
  8. μην κάνετε αυστηρά κλαδέματα το φθινόπωρο, γιατί ευνοείται το φύτρωμα νέας βλάστησης σε ακατάλληλο χρόνο (χειμώνας, κίνδυνος από φθινοπωρινούς παγετούς)
  9. στο κλάδεμα καρποφορίας θα πρέπει να ξέρετε σε ποια σημεία καρποφορεί το φυτό ώστε να μην τα αφαιρέσετε. Για παράδειγμα, ανά ένα φυτό καρποφορεί στην άκρη του κλαδιού κι εσείς το κορυφολογήσετε (αφαιρέσετε της κορυφές / άκρες) τότε δεν θα πάρετε κανένα καρπό
  10.  συνήθως, δεν κλαδεύουμε την περίοδο της καρποφορίας ή της άνθησης.
Αν πάντως θέλετε να εντρυφήσετε στα μυστικά του κλαδέματος, σάς προτείνουμε το βιβλίο «Κλάδεμα καρποφόρων δέντρων & θάμνων»  των Εκδόσεων Ψύχαλου

Εμβολιασμός των καρποφόρων δένδρων


Η πρακτική του εμβολιασμού είναι πολύ διαδεδομένη ακριβώς επειδή επιτυγχάνονται με αυτήν πολλά και σημαντικά αποτελέσματα.
Ο εμβολιασμός των καρποφόρων δένδρων
 Ειδικότερα:
  • Διατηρούνται ποικιλίες που δεν αναπαράγονται με σπόρο δηλαδή αναπαραγωγή κλώνων που συνήθως δεν ενδείκνυται για πολλαπλασιασμό με άλλες μεθόδους.

  • Αντιμετώπιση ασθενειών, η αρχή έγινε με το αμπέλι για την αντιμετώπιση της φυλλοξήρας.

  • Προσαρμογή ενός είδους σε σχετικά δυσμενείς συνθήκες περιβάλλοντος, τόσο περιβάλλοντος όσο και εδάφους.

  • Αντικατάσταση ενός είδους με ένα άλλο σε σύντομο χρονικό διάστημα για την αντιμετώπιση των αναγκών της αγοράς.

  • Ανανέωση φυλλώματος.

  • Αύξηση ανάπτυξης όπως πχ ροδακινιά σε αμυγδαλιά.

  • Βελτίωση των χαρακτηριστικων των καρπών όπως πχ τα μανταρίνια τα οποία είναι εμβολιασμένα σε δέντρο λεμονιάς είναι πιο νόστιμα.

  • Επίσπευση καρποφορίας.

  • Λόγοι εντυπωσιασμού.

  • Παρουσία αρσενικών σε θηλυκά δέντρα σε περίπτωση δίοικης ή στείρας ποικιλίας.

Συνοπτική αναφορά στον εμβολιασμό των κυριότερων καρποφόρων δέντρων.

Αμπέλι
 Όλα τα υποκείμενα που χρησιμοποιούνται είναι αμερικάνικα και προέρχονται από διασταυρώσεις των ειδών vitis berlandieri&vitis riparia, vitis rupestris γιατί είναι ανθεκτικά στην φυλλοξήρα. Συνήθως χρησιμοποιούνται υγιή μοσχεύματα που προέρχονται από μητρικά φυτά που μεγάλωσαν για αυτό το σκοπό δηλαδή να δίνουν υγιείς κλιματίδες, ίσιες και καλά ξυλοποιημένες. Σε αυτά τα μοσχεύματα, γίνεται την άνοιξη εμβολιασμός διπλός αγγλικός σχιστός εμβολιασμός με εμβόλια τις ποικιλίες που επιθυμούμε. Τα εμβολιασμένα μοσχεύματα αφού τοποθετηθούν σε πριονίδια ή υγρή άμμο, μπαίνουν σε ειδικούς θαλάμους με ελεγχόμενες συνθήκες για να διευκολυνθεί η επούλωση στο σημείου εμβολιασμού.

Αχλαδιά
 Το προτιμότερο υποκείμενο αποτελεί η κυδωνιά  καθώς και η άγρια αχλαδιά. Η άγρια αχλαδιά παράγεται από σπόρους ώριμων καρπών και ο εμβολιασμός γίνεται σε δέντρα δώδεκα περίπου μηνών. Η άγρια αχλαδιά έχει πολλές βαθιές ρίζες και δεν συνιστάται σε πολύ υγρά εδάφη ενώ είναι ανθεκτική σε ξηροθερμικές συνθήκες και στα ασβεστολιθικά εδάφη. Η κυδωνιά έχει αδύναμες και επιφανειακές ρίζες , δεν είναι πολύ ζωηρή και δεν αντέχει σε ασβεστολιθικά εδάφη ενώ δεν είναι συμβατή με όλες τις ποικιλίες της μηλιάς. Το δέντρο αρχίζει ωστόσο να παράγει πρόωρα και να βελτιώνει τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των φρούτων. Μπορούν να εμβολιαστούν και τα δύο με μάτι τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο ενώ την άνοιξη εφαρμόζεται ο γωνιακός εμβολισμός.

Βερικοκιά
 Είναι πυρηνόκαρπο και τα μεγαλύτερα προβλήματα ασυμβατότητας ποικιλίας και υποκειμένου εμφανίζονται εδώ. Ο προτιμότερος εμβολιασμός είναι χωρίς αμφιβολία με κοιμώμενο μάτι τον Ιούλιο και Αύγουστο. Αν δεν πετύχει, δοκιμάζουμε την άνοιξη με γωνιακό ή με σχήμα ράμφους.

Δαμασκηνιά
 Τόσο για την σινο-ιαπωνική όσο και για την ευρωπαϊκή , είναι πού καλά τα υποκείμενα mirabolano που προσαρμόζονται σε κάθε περιβάλλον και είναι συμβατά με τις περισσότερες ποικιλίες. Ο εμβολιασμός πρέπει να γίνεται με κοιμώμενο μάτι στην βάση του κορμού ή στον κορμό τον Σεπτέμβριο. Μόνο αν δεν πετύχει ο εμβολιασμός, γίνεται την επόμενη άνοιξη σχιστός ή στεφανωτός επανεμβολιασμός

Κερασιά
 Τα υποκείμενα προέρχονται από σπορόφυτα άγριας κερασιάς ή μαχαλεπιου. όμως η σύγχρονη τάση είναι υποκείμενα ή μοσχεύματα βυσσινιάς . Με αυτόν τον τρόπο, το δέντρο αναπτύσσεται πολύ , προσαρμόζεται σε κάθε είδος εδάφους και μπαίνει γρηγορότερα σε παραγωγή. Τόσο η μαχαλέπιος όσο και η άγρια κερασιά δεν αντέχουν τα βαριά εδάφη  ενώ είναι προτιμότερος ο φθινοπωρινός εμβολιασμός με κοιμώμενο μάτι , παρόλο που στην κερασιά , το πρόβλημα της έκκρισης κόμμεος είναι λιγότερο έντονο. Έτσι είναι δυνατόν να γίνει σχιστός ή εμβολιασμός σε σχήμα ράμφους την άνοιξη.

Μηλιά 
 Το παραδοσιακό υποκείμενο είναι η αγριομηλιά που παίρνεται από τους σπόρους γνωστού δέντρου αν και αυτός ο τρόπος δεν χρησιμοποιείται πολύ στα φυτώρια. Οι σπόροι φυτεύονται σε άμμο και δίνουν ανόμοια δέντρα που μεταφυτεύονται σε γλάστρες ή απευθείας στα χωράφια όπου μπορούν να εμβολιαστούν οποιαδήποτε εποχή. Τον Ιούλιο με Αύγουστο, ο ιδανικός εμβολιασμός είναι με κοιμώμενο μάτι στον κορμό και λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Την επόμενη άνοιξη θα κοπεί ο κορμός λίγο πάνω από το σημείο εμβολιασμού για να διευκολυνθεί το δέσιμο και να υποστηρίζεται το βλαστάρι που θα πετάξει το εμβόλιο. Οι ανοιξιάτικοι εμβολιασμοί δίνουν καλύτερα αποτελέσματα  ον γίνουν με κεντρί ακόμα και σε μεγαλύτερα υποκείμενα. Ο πιο συνήθης είναι ο σχιστός και ο γωνιακός που γίνονται τον Φεβρουάριο με Μάρτιο.

Πορτοκαλιά
 Ως υποκείμενα της πορτοκαλιάς χρησιμοποιούνται σπορόφυτα νεραντζιάς , πορτοκαλιάς, λεμονιάς καθώς και τα είδη  poncirus trifoliate&citrus triptera. Συνήθως ο εμβολιασμός γίνεται την άνοιξη στον οπωρώνα ή με κοιμώμενο μάτι στην βάση του κορμού αλλά και σε άλλα σημεία. Εφαρμόζεται επίσης και ο στεφανωτός που δημιουργεί γρήγορο και πλούσιο φύλλωμα. Για τα υπόλοιπα εσπεριδοειδή , εκτός από την νεραντζιά και την πορτοκαλιά, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έρριζα μοσχεύματα λεμονιάς και κιτριάς.

Ροδακινιά
 Το ιδανικό υποκείμενο είναι δενδρύλλιο από κουκούτσι άγριας ροδακινιάς με λευκό ξύλο. Τα δενδρύλλια μπορούν να εμβολιαστούν ακόμα και σε ηλικία 6-8 μηνών. Δεν ευδοκιμούν σε όξινα και υγρά εδάφη. Κατάλληλος εμβολιασμός είναι μόνο με μάτι γιατί οι εμβολιασμοί με κεντρί προκαλούν άφθονη έκκριση κόμμεος. Είναι προτιμότερος ο φθινοπωρινός εμβολιασμός με κοιμώμενο μάτι αλλά δεν παρουσιάζονται προβλήματα αν ο ενοφθαλμισμός γίνει Φεβρουάριο με Μάρτιο ή τον Ιούνιο σε θερμές περιοχές. Αν αντίθετα εμβολιάσουμε ροδακινιά σε αμυγδαλιά ή δαμασκηνιά είναι πιθανόν να μην πιάσει το μπόλι , γιαυτό είναι καλύτερα αυτός να γίνεται όταν τα υποκείμενα είναι ήδη φυτεμένα στην οριστική τους θέση στον οπωρώνα. Η ανάπτυξη των δέντρων είναι μικρότερη σε αυτήν την περίπτωση αλλά τα δέντρα αντέχουν τόσο σε υγρά όσο και σε αργιλώδη εδάφη, αρχίζοντας να παράγουν νωρίς με αυτόν το τρόπο.
Αναστασία Γραμματεα
Γεωπόνος ΓΠΑ
anastagra@yahoo.gr
Πηγή: back-to-nature.gr

Έντομα και εχθροί της ελιάς


Τα ελαιόδεντρα όπως και πολλές άλλες καλλιέργειες πολλές φορές προσβάλλονται από διάφορα έντομα-εχθρούς τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στην παραγωγή και στην ποιότητα του ελαιολάδου.
Εντομα και εχθροί της ελιάς
 Παρακάτω αναφέρονται οι πιο σοβαροί εχθροί που προσβάλλουν την ελιά και ο τρόπος αντιμετώπισης τους.


Δάκος της ελιάς (Bactrocera olea)


Είναι το πιο γνωστό και ζηνιογόνο έντομο που προσβάλλει την ελιά. Το καλοκαίρι (Ιούλιο, Αύγουστο) τα θηλυκά γεννούν τα αυγά τους στο εσωτερικό των καρπών και οι προνύμφες τρέφονται από το καρπό για να αναπτυχθούν.

 Μετά την πλήρη ανάπτυξη της προνύμφης τα ακμαία πετούν για να προσβάλουν άλλα δέντρα και καρπούς. Επίσης η οπή που δημιουργείται για την ωοτοκία, (γνωστή και ως νήγμα του δάκου), πολλές φορές εξυπηρετεί και την ωοτοκία άλλων εντόμων όπως της κηκιδόμυγας, αλλά και την εξάπλωση του μύκητα της ξεροβούλας. 
Σε έντονη προσβολή έχουμε πτώση των καρπών, μείωση της παραγωγής και κακή ποιότητα ελαίου. Προληπτικά, πριν γεννήσουν τα θηλυκά, μπορεί να γίνει δωλοματικός ψεκασμός στους κορμούς των δέντρων που μαζί με το εντομοκτόνο προστίθεται και προσελκιστικό. Επίσης για τον έλεγχο του πληθυσμού ή για την καταπολέμηση του εντόμου σε βιολογικές ή συμβατικές καλλιέργειες μπορεί να γίνει μαζική παγίδευση του εντόμου με εντομοπαγίδες-δακοπαγίδες. Από τα γεωπονικά καταστήματα μπορούμε να προμηθευτούμε παγίδες κόλας μια χρήσης ή παγίδες φερομόνης με προσελκιστικό και εντομοκτόνο. Η διάρκεια δράσης των δακοπαγίδων είναι περίπου 2 μήνες.


Πυρηνοτρήτης (Prays oleae)


Το εντομάκι αυτό έχει τρεις γενιές το χρόνο. Η προνύμφη της πρώτης γενιάς μπαίνει στα κλειστά άνθη της ελιάς για να τραφεί και τα καταστρέφει (ονομάζεται ανθοφάγος ή ανθόβιος γενιά). Από την προσβολή αυτή έχουμε πτώση ανθέων και μείωση της καρπόδεσης. 

Η προνύμφη της δεύτερης γενιάς που ονομάζεται καρποφάγος ή καρπόβιος και προκαλεί τη μεγαλύτερη ζημιά γιατί προσβάλει τον ελαιόκαρπο, ενώ η τρίτη γενιά τρέφεται από τα φύλλα, τις νεαρές κορυφές των βλαστών και τους οφθαλμούς γι αυτό ονομάζεται φυλλοφάγος ή φυλλόβιος. Ο πυρηνοτρήτης καταπολεμάται κυρίως με ψεκασμούς με οργανοφωσφορικά εντομοκτόνα. Έχει όμως και πολλούς φυσικούς εχθρούς, που μπορούν να διατηρήσουν τους πληθυσμούς του εντόμου σε χαμηλά επίπεδα ειδικά σε βιολογικές καλλιέργειες.


Βαμβακάδα της ελιάς (Euphyllura olivina)


Προσβάλλει κυρίως τα άνθη, τα φύλλα, της κορυφές της νέας βλάστησης και τους τρυφερούς βλαστούς και απομυζεί τους χυμούς του δέντρου. Τα ανήλικα άτομα της ψώρας αυτής δημιουργούν αποικίες ανά 10-30 άτομα και για προστασία καλύπτουν το σώμα τους αλλά και τα σημεία που προσβάλλουν με το χαρακτηριστικό λευκό έκκριμα (βαμβάκι) που παράγουν. Αντιμετωπίζεται με ψεκασμούς στην αρχή της ανθοφορίας προτού καλυφθούν τα άνθη με το βαμβάκι. Τις περισσότερες φορές ένας ψεκασμός είναι αρκετός για να απαλλαγούμε από την βαμβακάδα. 



Λεκάνιο (Saissetia aleae), Φιλίππια (Philippia follicularis, Ph. oleae) και άλλα κοκκοειδή


Το λεκάνιο προσβάλει τα φύλλα, τους τρυφερούς βλαστούς και τα νεαρά κλαδιά. Επειδή μυζεί του χυμούς του δέντρου το εξασθενεί και μειώνει την απόδοση του. Επιπλέον εκκρίνει μελιτώδη ουσία που κολλάει στο δέντρο και έτσι ενισχύει την ανάπτυξη μυκήτων. Παρόμοια είναι και η ζημιά που προκαλεί η φιλίππια. Άλλα κοκκοειδή που προσβάλλουν τη ελιά χωρίς να δημιουργούν όμως σημαντικές ζημιές είναι η πολλίνια, η παρλατόρια και το ασπιδιώτος. Τα κοκκοειδή καταπολεμούνται γενικά δύσκολα με χημικά εντομοκτόνα γιατί προστατεύονται κάτω από το κάλυμμα που δημιουργούν. Το λεκάνιο έχει αρκετούς φυσικούς εχθρούς που διατηρούν τον πληθυσμό του σε χαμηλά επίπεδα ειδικά σε βιολογικές καλλιέργειες.



Ρυγχίτης (Rhynchites cribripennis)


Τα ενήλικα άτομα τρέφονται από τα φύλλα, τις τρυφερές κορυφές των βλαστών και τους νεαρούς καρπούς την Άνοιξη. Τα θηλυκά γεννάνε τα αυγά τους στους καρπούς και οι προνύμφες τρέφονται από τα σπέρμα του καρπού. Οι νεαροί καρποί παθαίνουν μεγαλύτερη ζημιά σε σχέση με του ώριμους. Το έντομο καταπολεμάται εάν χρειαστεί με ανοιξιάτικους ψεκασμούς με εντομοκτόνα επαφής. Σε βιολογικές καλλιέργειες, συνήθως τινάζονται τα κλαδιά των δέντρων και τα έντομα πέφτουν στο έδαφος. Για την συλλογή τους, η τοποθέτηση κάποιου υφάσματος στη βάση των δέντρων διευκολύνει αυτή τη διαδικασία.



Βασικές αρχές πρόληψης προσβολών από εχθρούς:


1) Κόβουμε τα προσβεβλημένα κλαδιά ή τμήματα των ελαιοδέντρων, τα απομακρύνουμε από την καλλιέργεια και τα καταστρέφουμε (καύση).


2) Κατά την διάρκεια του κλαδέματος δεν πρέπει να δημιουργούνται στα δέντρα μεγάλες πληγές και να διευκολύνονται οι προσβολές από έντομα.


3) Δεν κλαδεύουμε τα δέντρα όταν ο καιρός είναι βροχερός.


4) Προσέχουμε τη χρήση των χημικών εντομοκτόνων γιατί καταστρέφουν και τους φυσικούς εχθρούς των βλαβερών εντόμων.


5) Κάθε χρόνο τοποθετούμε από νωρίς την Άνοιξη εντομοπαγίδες για τον έλεγχο του πληθυσμού των διαφόρων εντόμων.


6) Ελέγχουμε τακτικά τα δέντρα μας και σε περίπτωση προβλήματος συμβουλευόμαστε άμεσα κάποιο γεωπόνο.


πηγή: geoponiko-parko.gr/


Αλόη (Aloe Vera) καλλιέργεια


Αλόη (Aloe Vera, οικογένεια: Aloaceae)


Καλλιέργεια αλόης - Aloe Vera
Γενικά για το φυτό
Η ονομασία του φυτού ετυμολογικά παραπέμπει στην αραβική λέξη alloeh ή την αραμαϊκή hatal που σημαίνει «πικρή και γυαλιστερή ουσία». 
Υπάρχουν διάφοροι θρύλοι και μύθοι για την χρήση της κατά την αρχαιότητα. Οι Αιγύπτιοι, που την απεικόνιζαν στα ιερογλυφικά τους, την αποκαλούσαν «φυτό της αθανασίας» και υπήρξε το μυστικό ομορφιάς της Κλεοπάτρας και της Νεφερτίτης. Επίσης οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι την χρησιμοποιούσαν για την θεραπεία των πληγών (Διοσκουρίδης Πλίνιος ο πρεσβύτερος). 
Υπάρχουν επίσης αναφορές για την χρήση της στην Περσία και την Ινδία. Η διάδοση της στον δυτικό κόσμο και στην Αμερική οφείλεται κυρίως στους Ισπανούς που την φύτευαν στις αποικίες και τη χρησιμοποιούσαν για τη αντιμετώπιση στομαχικών και εντερικών διαταραχών.
Σο 1959 ο Οργανισμός Τροφίμων και φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) άνοιξε το δρόμο για την ευρύτερη χρήση και διάδοση της αλόης επικυρώνοντας και επίσημα τις σημαντικές ιδιότητες του φυτού αυτού. 

Το γένος Aloe ανήκει στην οικογένεια των αλοειδών (Aloa ceae) και περιλαμβάνει περισσότερα από 450 είδη, τα οποία είναι αυτοφυή κυρίως στην Αφρική και την Μεσόγειο. Ως κέντρα καταγωγής θεωρούνται οι περιοχές της Αραβίας, της Σομαλίας ή του Σουδάν, ενώ η μεσογειακή καταγωγή που αποδίδεται στο συγκεκριμένο είδος πιθανόν να είναι λανθασμένη. 
Τα σημαντικότερα είδη του φυτού, γνωστά για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες είναι:
1. A. barbadensis Miller, γνωστή και ως A. vulgaris ή Curacao aloe (αλόη Barbados)
2. A. perryi Baker, γνωστή και ωςSocotrine aloe ή Zanzibar aloe
3. A. ferox, γνωστή και ως Cape aloe (αλόη του Ακρωτηρίου)
4. A .arborescens, είδος διαδεδομένο στην Ιαπωνία.


Σχεδόν όλα τα είδη θεωρούνται μη τοξικά, υπάρχει όμως ένας μικρός αριθμός ειδών που είναι ιδιαίτερα τοξικά, καθώς περιέχουν μια ουσία που μοιάζει με το κώνειο. Όλα τα είδη απαντώνται σε θερμά και γόνιμα εδάφη, όπου μπορούν να επιβιώσουν σε μεγάλες περιόδους ξηρασίας. 

Η βοτανική ταξινόμηση του είδους είναι αρκετά περίπλοκη εξαιτίας των διασταυρώσεων μεταξύ των ειδών, τόσο στην καλλιεργούμενη όσο και στην άγριά τους μορφή. 


Τα ονόματα Aloe vera (αλόη η αληθινή) και A. Barbadensis Mill., είναι τα πλέον συνηθισμένα και αυτά τα οποία χρησιμοποιούνταν μέχρι πρόσφατα από τους ειδικούς. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί ως σωστότερη ονομασία το Aloe vera, χωρίς ωστόσο να έχει σταματήσει η χρήση και των δυο ονομάτων.
Επιπλέον, μια περαιτέρω σύγχυση δημιουργείται από το γεγονός ότι πολλά φαρμακευτικά σκευάσματα που κατασκευάζονται από διάφορα είδη αλόης, έχουν λανθασμένα όλα το όνομα Aloe vera χωρίς να προέρχονται πάντα από το συγκεκριμένο είδος. 

Στην Ελλάδα η αλόη έχει εγκλιματιστεί και καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό φυτό αλλά και επιχειρηματικά στην Κρήτη .

Βοτανικά χαρακτηριστικά

 
Η ομάδα των ειδών στην οποία ανήκει και το Aloe vera, διακρίνεται από τα συγγενή είδη από το γεγονός ότι σχηματίζει απλή ή ελαφρώς  διακλαδισμένη ταξιανθία,
ενώ τα φυτά παράγουν πολλές παραφυάδες.
Είναι ένα πολυετές παχύφυτο βραδείας ανάπτυξης που φτάνει μέχρι τα 160 εκ. σε ύψος.
Δεν σχηματίζει κεντρικό βλαστό ή σε περίπτωση που σχηματίζεται έχει μικρό μήκος που φτάνει μέχρι τα 30 εκ. 

Τα φύλλα είναι 16-20 στον αριθμό, έχουν ελαφρώς όρθια ανάπτυξη και σχηματίζουν πυκνής διάταξης ροζέττα στην βάση τους ή οποία ανοίγει προς τα πάνω. Είναι παχιά και σαρκώδη με πλατύ και λογχοειδές σχήμα, οδοντωτά στην περιφέρειαχάρη στην ύπαρξη λευκών αγκάθων μήκους 2 χιλ. περίπου. Αποτελούνται από τέσσερα στρώματα: τον φλοιό, τον υποφλοιώδη χιτώνα (sap), το στρώμα της κόλλας (latex) και το παρέγχυμα (πολφός).
Ο εξωτερικός τους φλοιός είναι σκληρός και κηρώδης και στο εσωτερικό του εμπεριέχεται ένα υγρό υπό μορφή γέλης, το οποίο επιτρέπει την αποθήκευση νερού και θρεπτικών συστατικών και συμβάλλει στην επιβίωση του φυτού σε περιόδους ξηρασίας. 

Σε νεαρή ηλικία έχουν ένα ελαφρύ πράσινο χρώμα το οποίο αλλάζει σε βαθύ πράσινο όταν ωριμάζουν, ενώ κάποιες ποικιλίες εμφανίζουν λευκά στίγματα στηνεπιφάνεια των ελασμάτων. Φυτρώνουν απευθείας από τη βάση του φυτού, χωρίς μίσχο και κυκλικά, και μπορεί να ξεπεράσουν τα 50 εκ. σε μήκος, και τα 8-10 εκ. σε πλάτος, ενώ το πάχος τους είναι περίπου 5 εκ.
Τα άνθη αναπτύσσονται από το κέντρο του φυτού υπό μορφή απλής ή διακλαδιζόμενης βοτρυώδους ταξιανθίας που φέρεται στο άκρο ανθοφόρου βλαστού μήκους 60-90 εκ. Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα, τριμερή, μήκους μέχρι 3 εκ., διογκωμένα στην περιοχή της ωοθήκης με αποχρώσεις που ποικίλουν από κίτρινο ως πορτοκαλί ή κόκκινο.

Ο καρπός είναι κάψα, πολύχωρος, πολύσπερμος και φέρει χωρίσματα κατά μήκος των χώρων της ωοθήκης τα οποία κατά την ωρίμανση διαχωρίζονται και γίνεται η απελευθέρωση των σπόρων.

 Οι σπόροι είναι χρώματος σκούρου καφέ, έχουν μήκος 7 χιλ. και φέρουν πτερύγια.

Οικολογία

Αν και το ριζικό σύστημα του φυτού είναι αρκετά επιφανειακό, μπορεί να ανταπεξέλθει αρκετά καλά σε συνθήκες ξηρασίας, με την προϋπόθεση ότι έχει γίνει καλή εγκατάσταση του φυτού. Είναι φυτό CAM, δηλαδή μπορεί να φωτοσυνθέτει κατά την διάρκεια της ημέρας διατηρώντας κλειστά τα στομάτια, περιορίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο τις απώλειες σε νερό μέσω της διαπνοής. Αυτό το χαρακτηριστικό σε συνδυασμό με την παχιά επιδερμίδα και τα σαρκώδη φύλλα και στελέχη το καθιστούν ανθεκτικό σε συνθήκες ξηρασίας και ιδανικό για καλλιέργεια σε ξερικές συνθήκες.

Είναι φυτό εντομόφιλο, ωστόσο η επικονίαση γίνεται κυρίως με την βοήθεια των πουλιών. Στις περιοχές της Αφρικής όπου αυτοφύεται, η άνθιση και καρπόδεση του φυτού γίνεται φυσιολογικά. Ωστόσο σε πολλές περιοχές που καλλιεργείται η αλόη και οι συνθήκες δεν επιτρέπουν τον σχηματισμό γόνιμης γύρης, σε συνδυασμό με φαινόμενα αυτοσυμβατότητας, έχουν ως αποτέλεσμα να μην έχουμε την παραγωγή καρπών και σπόρων.
Είναι φυτό ευαίσθητο στα δυνατά ρεύματα του αέρα τα οποία μπορούν να σπάσουν τους βλαστούς και τα φύλλα του.

 Η αλόη γενικά αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού, αν και ενδέχεται να προκαλέσουν ελαφρά επιβράδυνση της ανάπτυξης της αν παραμείνουν σε υψηλό επίπεδο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για φυτό με μεγάλη ικανότητα προσαρμογής γι’ αυτό και το συναντάμε σε διάφορα μήκη και πλάτη της γης.
Ο ρυθμός ανάπτυξης του φυτού ποικίλλει ανάλογα με τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις και τη φωτοπερίοδο.

 Απαιτείται μια περίοδος 4-5 ετών για να φτάσει στο στάδιο της ωρίμανσης και παραμένει παραγωγικό για 3-9 έτη. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, που ανέρχεται στα 12 έτη, μπορεί να παράγει περισσότερα από 80 φύλλα. 

Εξάπλωση - οικονομική σημασία

 Σήμερα η αλόη έχει εξαπλωθεί στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές, ενώ σε περιοχές της Αμερικής, της Ασίας και της Αυστραλίας που επικρατούν ξηροθερμικές συνθήκες, αποτελεί μια αρκετά προσοδοφόρα καλλιέργεια. Σε παγκόσμιο επίπεδο ο ετήσιος κύκλος εργασιών για το 2004 των προϊόντων νωπής γέλης ανήλθε στα 125 εκατομμύρια δολάρια (US$).
Για τα επεξεργασμένα παράγωγα και τα προϊόντα προστιθέμενης αξίας ο κύκλος εργασιών για το 2004 ανήλθε στα 1 και 25 δισεκατομμύρια δολάρια (US$) αντίστοιχα.
Σε παγκόσμιο επίπεδο οι Η.Π.Α. παράγουν το 60-65% της συνολικής παραγωγής, ενώ οι χώρες της λατινικής Αμερικής καλύπτουν το 20-25% και η Αυστραλία, η Κίνα και η Ινδία το 10% της παγκόσμιας παραγωγής.
Ωστόσο υπάρχουν αρκετές χώρες όπου η εμπορία των προϊόντων της αλόης γίνεται εγχώρια. Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της αλόης έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια με μεμονωμένες προσπάθειες παραγωγών.
Οι τιμές του νωπού προϊόντος είναι αρκετά ευμετάβλητες και επηρεάζονται, όπως σε όλα τα αγροτικά προϊόντα, από παράγοντες που καθορίζουν την προσφορά και την ζήτηση των προϊόντων στην αγορά.

Χρήσεις - Προϊόντα
Η αλόη είναι ένα αρκετά γνωστό φαρμακευτικό φυτό που χρησιμοποιείται ευρέως στην πρακτική βοτανοθεραπεία, καθώς και σε φαρμακευτικά σκευάσματα φυτικής προέλευσης. Το έκκριμα του φυτού ονομάζεται αλόη, περιέχεται στα περικυκλικά κύτταρα των αγγειωδών δεσμίδων του φύλλου και χρησιμοποιείται είτε ως νωπό είτε ως αποξηραμένο.
Το αποξηραμένο έκκριμα χρησιμοποιείται ως υπακτικό, καθαρτικό και αντιελμινθικό. Το νωπό προϊόν έχει παρόμοιες δράσεις, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε δερματικές παθήσεις. Επίσης χρησιμοποιείται στην βιομηχανία τροφίμων και στην ζυθοποιία για την πικρή του γεύση.
Η γέλη της αλόης που προέρχεται από το κεντρικό τμήμα του φύλλου, έχει και αυτή πολλαπλές φαρμακευτικές ιδιότητες και μπορεί είτε αυτούσια είτε με την μορφή αποφλοιωμένων φύλλων να χρησιμοποιηθεί για διάφορες δερματικές παθήσεις, ερεθισμούς, πληγές, καψίματα ή εκδορές και σαν κατάπλασμα πάνω σε μώλωπες. Απαντάται ως συστατικό σε πολλά καλλυντικά για την ενίσχυση και βελτίωση του δέρματος. 


Καλλιεργητική Τεχνική

Απαιτήσεις σε κλίμα- έδαφος
Η αλόη αναπτύσσεται σε μεγάλο εύρος κλιματικών συνθηκών, ενώ προτιμά τα καλά αποστραγγιζόμενα, αμμώδη ή πηλώδη εδάφη. Μπορεί να αναπτυχθεί σε πετρώδη ξηρά και φτωχά από θρεπτικής άποψης εδάφη, ωστόσο η καλλιέργεια της συνιστάται να γίνεται σε πλούσια και γόνιμα εδάφη για την επίτευξη των μέγιστων αποδόσεων. Ως προς την αντίδραση του εδάφους, καταλληλότερα θεωρούνται τα εδάφη με ελαφρώς αλκαλική αντίδραση, ενώ αν καλλιεργηθεί σε αλκαλικά εδάφη (pH≥8) η ανάπτυξη του φυτού θα είναι περιορισμένη και αργή.
Δεν είναι πολύ ανθεκτικό στις χαμηλές θερμοκρασίες, ωστόσο μπορεί να αντέξει σε θερμοκρασίες μέχρι -3° C παθαίνοντας μικρές μόνο ζημιές. Σύμφωνα με το Διεθνές Επιστημονικό συμβούλιο της Αλόης (IASC), η ιδανική θερμοκρασία για την ανάπτυξη του φυτού είναι μεταξύ 20-25
°C ενώ συνίσταται να αποφεύγονται οι απότομες αλλαγές θερμοκρασίας μεταξύ ημέρας - νύχτας. Αναπτύσσεται σε κλίματα που κυμαίνονται από εύκρατα ως τροπικά και δεν αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες λόγω της υψηλής περιεκτικότητας του σε νερό (95%). 
Είναι φωτόφιλο φυτό, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί και σε ελαφρώς σκιερές τοποθεσίες. Κατά την διάρκεια του χειμώνα στις υποτροπικές περιοχές εισέρχεται σε ληθαργική κατάσταση περιορίζοντας κατά πολύ τις ανάγκες του σε νερό.

Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός του φυτού γίνεται κυρίως αγενώς με την χρήση παραφυάδων, καθώς η χρήση του σπόρου δημιουργεί προβλήματα λόγω αργής έναρξης βλάστησης και καθυστερημένης αρχικής ανάπτυξης των νεαρών φυταρίων. Η έλλειψη νερού μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένο σχηματισμό παραφυάδων.
Οι παραφυάδες που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως πολλαπλασιαστικό υλικό αφαιρούνται από το μητρικό φυτό όταν φτάσουν σε μήκος τα 15-20 εκ. και καλλιεργούνται σε φυτώριο κατά τον πρώτο χρόνο ανάπτυξής τους.
Ως μέθοδοι πολλαπλασιασμού μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ο μικροπολλαπλασιασμός με in-vitro
καλλιέργεια βλαστικών μεριστωμάτων, όπως και η in-vitro παραγωγή έκφυτων από την βάση των φύλλων. Στην τελική τους θέση φυτεύονται τα νεαρά φυτά σε πυκνότητα που μπορεί να φτάσει τα 6.000 φυτά ανά στρέμμα, ωστόσο σε εκτατικής μορφής καλλιέργεια συνηθίζονται αποστάσεις τουλάχιστον 50 εκ. επί και μεταξύ των γραμμών φύτευσης (μέχρι 4.000 φυτά ανά στρέμμα).
Πυκνότητες της τάξεως των 15.000 φυτών ανά εκτάριο θεωρούνται ιδανικές για εντατικής μορφής καλλιέργεια με χρήση αρδευτικού συστήματος σταγόνας και κάλυψη του εδάφους με πολυαιθυλένιο. Μικρότερες πυκνότητες δίνουν μεγαλύτερα φύλλα, με μικρότερη ωστόσο συνολική παραγωγή σε γέλη.
Είναι δυνατόν, κατά τον πρώτο χρόνο εγκατάστασης και δεδομένης της χαμηλής επιφανειακής κάλυψης της φυτείας, να γίνει συγκαλλιέργεια με κάποιο άλλο ετήσιο φυτό (π.χ. ψυχανθές), το οποίο θα αυξήσει το εισόδημα του παραγωγού, ενώ μπορεί να βελτιώσει την δομή και σύσταση του εδάφους.

Προετοιμασία του εδάφους
Πριν την φύτευση γίνεται μια αναμόχλευση του εδάφους σε μικρό βάθος (20-30 εκ.), δεδομένου του επιπολαιόριζου ριζικού συστήματος του φυτού.
Ακολουθούν 1-2 κατεργασίες με φρέζα και ισοπέδωση του εδάφους. Στην συνέχεια μπορούν να δημιουργηθούν αναχώματα με διαστάσεις που ποικίλουν ανάλογα με το αρδευτικό σύστημα που έχει εγκατασταθεί στην φυτεία, την κλίση του εδάφους κ.α.

Λίπανση 

Συνήθως δεν χρησιμοποιούνται χημικά λιπάσματα, καθώς η καλλιέργεια της αλόης γίνεται κατά κανόνα βιολογικά.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην αζωτούχο λίπανση προκειμένου να εξασφαλιστούν οι ιδανικές αποδόσεις, συνιστάται η εφαρμογή 5 κιλών αζώτου στο στρέμμα.
Αρκετά συχνή είναι η χρήση κοπριάς η οποία βελτιώνει την δομή και την σύσταση του εδάφους, σε ποσότητες που κυμαίνονται στους 1-1,5 τόνους ανά στρέμμα .

Άρδευση
Το φυτό είναι ανθεκτικό σε συνθήκες ξηρασίας ωστόσο η δυνατότητα άρδευσης της φυτείας βελτιώνει κατά πολύ τις τελικές αποδόσεις. Μια άρδευση είναι απαραίτητη αμέσως μετά την μεταφύτευση, ακολουθούμενη από 2-3 αρδεύσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλή εγκατάσταση της φυτείας. Συνήθως εφαρμόζονται 4-6 αρδεύσεις τον χρόνο ανάλογα με την περιοχή καλλιέργειας και τις συνθήκες που επικρατούν, ενώ μια επιπλέον ελαφρά άρδευση μπορεί να εφαρμοστεί μετά την συγκομιδή των φύλλων, ανάλογα με την διαθεσιμότητα του νερού.

Ζιζανιοκτονία
Καθ’ όλη την διάρκεια της καλλιέργειας το έδαφος θα πρέπει να διατηρείται καθαρό από ζιζάνια. 2-3 βοτανίσματα τον χρόνο, ακολουθούμενα από ελαφρά σκαλίσματα, προωθούν την ανάπτυξη των φυτών και την δημιουργία παραφυάδων. Το πρώτο βοτάνισμα - σκάλισμα θα πρέπει να γίνει μέσα στον πρώτο μήνα από την εγκατάσταση της φυτείας. Επίσης θα πρέπει να γίνονται τακτικοί έλεγχοι της φυτείας για την αφαίρεση τυχόν άρρωστων, μη παραγωγικών φυτών, ενώ θα πρέπει να γίνεται και αφαίρεση των ξερών ανθικών στελεχών.

Εχθροί -Ασθένειες
Η φυτοπροστασία των φυτών δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα καθώς η σκληρή και παχιά επιδερμίδα των φύλλων αποτελεί σημαντική φυσική άμυνα για το φυτό. Προβλήματα μπορεί να δημιουργήσουν βακτήρια του γένους Erwinia (Erwiniachrysanthemi) που προκαλούν σήψεις των φύλλων, οι μύκητες του γένους Alternaria (Alternaria alternata) και Fusarium (fusarium solani), καθώς και οι παγετοί, οι δυνατοί άνεμοι και τα τρωκτικά.


 Συγκομιδή – επεξεργασία
Η συγκομιδή των φύλλων της αλόης ξεκινά περίπου τρία χρόνια μετά τη φύτευση και συνεχίζεται για ένα διάστημα επτά περίπου χρόνων. Το έκκριμα του φυτού συλλέγεται μετά από δημιουργία εγκάρσιων τομών στην βάση των ώριμων φύλλων και κοντά στον βλαστό, ενώ παράλληλα τα φύλλα τοποθετούνται κατά τρόπο που να επιτρέπει την συλλογή των σταγόνων μέσα σε δοχεία ή πάνω σε μουσαμάδες που στρώνονται από πριν γύρω από τα φυτά. Η συλλογή του εκκρίματος μπορεί να γίνει και με σύνθλιψη των φύλλων ή με εμβάπτιση τους σε κρύο ή ζεστό νερό.
Η τομή των φύλλων γίνεται συνήθως νωρίς το πρωί και απαιτούνται 4-5 ώρες μέχρι να συλλεχθεί το έκκριμα του φυτού. Για την παραγωγή γέλης γίνεται συγκομιδή των φύλλων χειρωνακτικά με κοφτερό μαχαίρι και μπορεί να πραγματοποιηθεί μέχρι και τρεις φορές ανά έτος, σε διαστήματα των τριών μηνών.
Η συγκομιδή αφορά σε φύλλα με μήκος >25 εκ. τα οποία ωστόσο δεν θα πρέπει να είναι πολύ γερασμένα καθώς μειώνεται η περιεκτικότητά τους σε γέλη, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται και η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να απορρίπτονται φύλλα με νεκρωτικές κορυφές ή άλλη μορφή ζημιών, καθώς η χρήση τους θα υποβαθμίσει την ποιότητα της παραγόμενης γέλης λόγω επιμολύνσεων με βακτήρια. Το γεγονός ότι απαιτείται διαλογή των φύλλων πριν την συγκομιδή καθιστά την μηχανική συλλογή των φύλλων αρκετά δύσκολη.
Η συγκομιδή των φύλλων γίνεται συνήθως Οκτώβριο - Νοέμβριο,ενώ των ανθέων Δεκέμβριο - Ιανουάριο.

Μετά την συγκομιδή γίνεται συμπύκνωση του εκκρίματος με βρασμό και μετέπειτα ψύξη ή με εξάτμιση υπό κενό. Το τελικό προϊόν είναι αδιαφανές, κηρώδους υφής και συχνά γκρίζου - καφέ  χρώματος. Οι κρύσταλλοι της αλοΐνης είναι ορατοί στο μικροσκόπιο, ενώ μπορεί ναυπάρχουν και διάφορες άλλες ουσίες.
Για την παραλαβή της γέλης, τα φύλλα μετά την συγκομιδή μεταφέρονται σε υδατόλουτρα για τον καθορισμό τους από ξένα υλικά και στην συνέχεια μεταφέρονται για τεμαχισμό. Σε κάθε φύλλο αφαιρείται η κορυφή και η βάση, καθώς και τα πλευρικά τμήματα με την βοήθεια κοφτερού μαχαιριού. Στην συνέχεια αφαιρούνται οι εξωτερικοί ιστοί. Το υπόλοιπο που απομένει θα πρέπει να υφίσταται άμεσους χειρισμούς για την αποφυγή αποδόμησης των πολυσακχαριτών. Εναλλακτικά, τα φύλλα μπορούν να κοπούν κατά μήκος και η γέλη παραλαμβάνεται στην συνέχεια με απόξεση. Σε κάθε περίπτωση το προϊόν που παίρνουμε θα πρέπει να κόβεται σε μικρότερα κομμάτια, ενώ ακολουθεί διύλιση και φιλτράρισμα. Ο καθαρισμός γίνεται με φυγοκέντριση για την απομάκρυνση των διαφόρων υπολειμμάτων, ενώ στην συνέχεια ακολουθεί χημική σταθεροποίηση, συμπύκνωση και αφύγρανση. Υπάρχουν επίσης τα προϊόντα που προέρχονται από ολόκληρα τα φύλλα, τα οποία διαφοροποιούνται στο ότι η εξαγωγή της γέλης από τους εξωτερικούς ιστούς των φύλλων γίνεται ξεχωριστά, ακολουθεί απομάκρυνση της αλοΐνης, κοσκίνισμα και το προϊόν που παραμένει προστίθεται στην υπόλοιπη γέλη. 


Πηγή: www.minagric.gr